ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ
Ήταν κάποτε μια μάνα με την κόρη της, που ήταν πολύ φτωχές, τόσο που ζούσαν σε μια κουφάλα βελανιδιάς. Σε αυτό το μέρος, ερχόταν το βασιλόπουλο για να κυνηγήσει. Του άρεσε να περνάει ολη την μέρα, μέσα στο δάσος. Πριν το μεσημέρι άναβε φωτιά, έβαζε το τσουκάλι στη φωτιά, έριχνε μέσα το κυνήγι να βράσει, μέχρι το μεσημέρι που γύριζε για να φάει. Το κορίτσι που έβλεπε κρυμμένη στην κουφάλα της βελανιδιάς, μόλις έφευγε το βασιλόπουλο, πήγαινε και έριχνε αλάτι στο τσουκάλι, για να το κάνει πολύ αρμυρό, να μη το φάει το βασιλόπουλο αλλά εκείνη.
Αυτό γινόταν αρκετές φορές, και το βασιλόπουλο αποφάσισε να κρυφτεί, για να δει ποιος το κάνει. Έτσι σαν νύχτωσε έφυγε από το δάσος, και ήρθε πάλι την άλλη μέρα. Άναψε φωτιά, έβαλε το φαί να βράσει, και κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο. Σε λίγο βγαίνει το κορίτσι από την βελανίδια, και πάει προς την φωτιά. Το βασιλόπουλο τότε πετιέται, και την πιάνει.
«Γιά έλα εδώ! Εσυ είσαι που κάνεις λύσσα το φαγητο μου, και δεν μπορώ να το φάω;
Το κορίτσι τρόμαξε, άρχισε να κλαίει, και τον παρακαλούσε να την αφήσει ελεύθερη. Εκείνος όμως δεν άκουγε τίποτα. Μαγεμένος από την ομορφιά της, δεν ήθελε να την αφήσει. Έτσι την έβαλε πάνω στο αλογο, και την πήρε στο παλάτι θέλοντας και μη.
Μια μέρα το βασιλόπουλο την είδε να ποτίζει στον κήπο, και την ρώτησε.
«Ξέρεις πόσα φύλλα έχει ο βασιλικός; Εκείνη με θάρρος απάντησε.
«Και εσύ, που ξέρεις να διαβάζεις, και να γράφεις, πόσα άστρα έχει ο ουρανός; Το βασιλόπουλο σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε, ξερόβηξε, έξυσε το κεφάλι του με αμηχανία, απάντηση όμως δεν μπόρεσε να βρει. Κατάλαβε πως έχει να κάνει με μια πολύ έξυπνη κοπέλα, και την ερωτεύτηκε ακόμα πιο πολύ.
Την ζήτησε να τον παντρευτεί, μα εκείνη δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Σκεφτόταν και νοσταλγούσε, μόνο την ελευθερία που είχε στο δάσος, και την μάνα της.
Το κορίτσι κάποια μέρα το έσκασε από το παλάτι, και γύρισε στο δάσος που μεγάλωσε, και ένιωθε ελεύθερη. Λαχανιασμένη φτάνει στο καλυβάκι στην βελανιδιά, και προσπαθεί να ανοίξει την πορτούλα, αλλά ήταν κλειδωμένη. Φώναξε τότε την μάνα της.
«Μάνα άνοιξε! Άνοιξε την πόρτα, είμαι η κόρη σου. Ακούει την πικραμένη φωνή της μάνας της να λέει.
«Τσιμπημένη, φιλημένη, στην βελανίδια δεν μπαίνει! Το κορίτσι τότε κατάλαβε, πως δεν ήταν επιθυμητή από την μητέρα της εκεί, και πως η θέση της ήταν δίπλα στο πρίγκιπα που την είχε κλέψει.
Έτσι γύρισε πίσω στο παλάτι, δέχτηκε να τον παντρευτεί, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Λαϊκό παραμύθι
Διασκευή: Καρακιτσιου Μ.
Ευχαριστούμε που μας διαβάσατε




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου